Traducción: de griego

αἰακιδῶν

Mira otros diccionarios:

  • Αἰακιδῶν — Αἰακίδης masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλόξενος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ποιητής διθυράμβων από τα Κύθηρα (435 – 380 ή 379). Όταν οι Αθηναίοι κυρίευσαν την πατρίδα του, μεταφέρθηκε στην Αθήνα αιχμάλωτος και έγινε αρχικά δούλος και έπειτα απελεύθερος του διθυραμβοποιού Μελανιππίδη.… …   Dictionary of Greek

  • Νεοπτόλεμος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν ήρωας, γιος του Αχιλλέα και της Διηδάμειας, θυγατέρας του Λυκομήδη· ο N., ο οποίος ονομαζόταν και Πύρρος, ανατράφηκε στο ανάκτορο του παππού του στη Σκύρο. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ν.… …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.