Traducción: de griego

διαλαλία

Mira otros diccionarios:

  • διαλαλία — διαλαλίᾱ , διαλαλία verbal order fem nom/voc/acc dual διαλαλίᾱ , διαλαλία verbal order fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαλιά — η (AM διαλαλία) 1. διακήρυξη, διάγγελμα 2. διάδοση, φήμη νεοελλ. παράγγελμα, σύνθημα αρχ. μσν. προφορική εξέταση μάρτυρα αρχ. απόφαση …   Dictionary of Greek

  • διαλαλίαν — διαλαλίᾱν , διαλαλία verbal order fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.