Traducción: de griego

διανομεῖς

Mira otros diccionarios:

  • διανομεῖς — διανομεύς distributor masc acc pl διανομεύς distributor masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατμοκιβώτιο — το χώρος της ατμομηχανής ο όποιος βρίσκεται ανάμεσα στον χώρο εισαγωγής του ατμού από τον ατμολέβητα και στους διανομείς του στους κυλίνδρους ή ανάμεσα στους κυλίνδρους υψηλής και στους κυλίνδρους χαμηλής πίεσης …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.