Traducción: de griego en ingles

διατέμνω

Mira otros diccionarios:

  • διατέμνω — (AM διατέμνω) διχοτομώ, χωρίζω σε δύο μέρη νεοελλ. (η μτχ. θηλ. ως ουσ.) (γεωμ.) η διατέμνουσα η τέμνουσα* αρχ. 1. κατακόπτω 2. ανοίγω δίοδο 3. καταστρέφω την υπάρχουσα ενότητα, σπείρω διχόνοια …   Dictionary of Greek

  • διατετμημένα — διατέμνω cut through perf part mp neut nom/voc/acc pl διατετμημένᾱ , διατέμνω cut through perf part mp fem nom/voc/acc dual διατετμημένᾱ , διατέμνω cut through perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατέμνῃ — διατέμνω cut through pres subj mp 2nd sg διατέμνω cut through pres ind mp 2nd sg διατέμνω cut through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμεῖ — διατέμνω cut through fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) διατέμνω cut through fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμεῖν — διατέμνω cut through aor inf act (attic epic doric) διατέμνω cut through fut inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμνομένων — διατέμνω cut through pres part mp fem gen pl διατέμνω cut through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμνόμεθα — διατέμνω cut through pres ind mp 1st pl διατέμνω cut through imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμνόμενον — διατέμνω cut through pres part mp masc acc sg διατέμνω cut through pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμνόντων — διατέμνω cut through pres part act masc/neut gen pl διατέμνω cut through pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμοῦσα — διατέμνω cut through aor part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) διατέμνω cut through fut part act fem nom/voc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεμοῦσαν — διατέμνω cut through aor part act fem acc sg (attic epic doric ionic) διατέμνω cut through fut part act fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.