Traducción: de griego


Mira otros diccionarios:

  • ευανάσφαλτος — εὐανάσφαλτος, ον (Α) αυτός που αναλαμβάνει, αναρρωννύει εύκολα 2. φρ. «ύπνοι ευανάσφαλτοι» οι ύπνοι από τους οποίους εγείρεται κάποιος εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ανα σφάλλω «αναρρωννύω»)] …   Dictionary of Greek

  • εὐανάσφαλτοι — εὐανάσφαλτος quickly recovering masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.