Traducción: de griego

ευεπιπόλαστος

Mira otros diccionarios:

  • ευεπιπόλαστος — εὐεπιπόλαστος, ον (Α) (για τροφή) αυτός που εύκολα ξαναγυρίζει στον οισοφάγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + επι πολάζω «βρίσκομαι στην επιφάνεια»] …   Dictionary of Greek

  • εὐεπιπόλαστον — εὐεπιπόλαστος tending to return masc/fem acc sg εὐεπιπόλαστος tending to return neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.