Traducción: de griego

ευτριβής

Mira otros diccionarios:

  • ευτριβής — εὐτριβής, ές (Α) αυτός που έχει τριφτεί καλά, που έχει γίνει ψιλή σκόνη, ο λειοτριβημένος, ο ψιλοκοπανισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + τριβης (< τρίβω), πρβλ. μεσο τριβής, νεο τριβής] …   Dictionary of Greek

  • εὐτριβής — well rubbed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτριβῆ — εὐτριβής well rubbed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐτριβής well rubbed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐτριβής well rubbed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτριβές — εὐτριβής well rubbed masc/fem voc sg εὐτριβής well rubbed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτριβοῦς — εὐτριβής well rubbed masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτριβέος — εὐτριβής well rubbed masc/fem/neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.