Traducción: de griego

  • De griego al:
  • Ruso

εφιδρωτικός

Mira otros diccionarios:

  • εφιδρωτικός — ή, ό [εφιδρώνω] αυτός που επιφέρει εφίδρωση, ο ιδρωτικός («εφιδρωτικό φάρμακο») …   Dictionary of Greek

  • εξιδρωτικός, -ή — ό 1. που προκαλεί εξίδρωση (βλ. λ.), εφιδρωτικός, ιδρωτοποιός. 2. που προέρχεται από εξίδρωση, που οφείλεται σε εξίδρωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.