Traducción: de griego

  • De griego al:
  • Ruso

ρούνοι

Mira otros diccionarios:

  • ρούνοι — οι, Ν σημεία γραφής τών αρχαίων βορειογερμανικών φύλων, από μετασχηματισμό τού ελληνικού και τού λατινικού αλφαβήτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. rune < αρχ. αγγλ. run «μυστικό, μυστήριο» < γοτθ. runa «μυστικό, μυστήριο»] …   Dictionary of Greek

  • ρούνοι — οι τα σημάδια της παλιάς γραφής των Τευτόνων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρουνικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους ρούνους (α. «ρουνική γραφή» β. «ρουνικό αλφάβητο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ρούνοι. Η λ. μαρτυρείται από το 1857 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα] …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.