Traducción: de griego

σαραβάλιασμα

Mira otros diccionarios:

  • σαραβάλιασμα — το, Ν [σαραβαλιάζω] 1. το να γίνεται κάτι σαράβαλο 2. η κατάσταση τού σαραβαλιασμένου …   Dictionary of Greek

  • σαραβάλιασμα — το, ατος φθορά, ξεχαρβάλωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.