Traducción: de griego

  • De griego al:
  • Ruso

σερνικοθήλυκος

Mira otros diccionarios:

  • σερνικοθήλυκος — η, ο, Ν βλ. αρσενικοθήλυκος …   Dictionary of Greek

  • σερνικοθήλυκος — η, ο 1. αυτός που είναι αρσενικός και θηλυκός, ερμαφρόδιτος 2. ως ουσ., σερνικοθήλυκο, το ζωηρό κορίτσι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αρσενικοθήλυκος — και σερνικοθήλυκος, η, ο οποίος έχει γνωρίσματα και του αρσενικού και του θηλυκού, ερμαφρόδιτος …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.