Traducción: de griego en ingles


Mira otros diccionarios:

  • χαριλαμπέτις — ιδος, ἡ, Α (για τη σελήνη) αυτή που λάμπει με χάρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < χάρις + λαμπέτις, θηλ. τού λαμπέτης (< λάμπω), πρβλ. ἐρι λαμπέτις] …   Dictionary of Greek

  • εριλαμπέτις — ἐριλαμπέτις, ἡ (Α) μτγν. ανώμαλο θηλυκό τού ἐριλαμπής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερι (επιτ. μόριο) + λαμπέτις (< λάμπω)] …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.