Traducción: de griego


Mira otros diccionarios:

  • ετεροπλανής — ἑτεροπλανής, ές (Α) αυτός που πλανιέται εδώ και εκεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλανής (πλανώμαι), πρβλ. α πλανής, πολυ πλανής] …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.