Traducción: de griego

.ουμένη

Mira otros diccionarios:

  • .ουμένη — ἑμένη , ἵημι Ja c io aor part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλεούμενο — το / πλεούμενον, ΝΜ πλοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το ρ. πλέω με την κατάλ. τών μτχ. τών συνηρημένων ρ. ουμένος, ουμένη, ούμενο(ο) (πρβλ. μελλ ούμενα, πετ ούμενα, χρειαζούμενα)] …   Dictionary of Greek

Compartir el artículo y extractos

Link directo
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.